Στη μνήμη του Διονυσίου Βαρόνου (1929-2004)

Ο Διονύσιος Βαρώνος ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Ιωνίδειο Σχολή και απέκτησε το πτυχίο ιατρικής το 1953, ενώ το 1956 πήρε το διδακτορικό του δίπλωμα. Ξεκινώντας την καριέρα του στο Εργαστήριο Πειραματικής Φαρμακολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1951, προχώρησε σε όλες τις ακαδημαϊκές βαθμίδες και έγινε καθηγητής Φαρμακολογίας το 1969. Επί 45 χρόνια δίδαξε φοιτητές Ιατρικής, Οδοντιατρικής, Φαρμακευτικής και Νοσηλευτικής και αναγνωρίζεται ευρέως ως ο θεμελιωτής της σύγχρονης Φαρμακολογίας στην Ελλάδα. Εισήγαγε πρωτοποριακούς τομείς, όπως η γηριατρική, η περιβαλλοντική και η κλινική φαρμακολογία, και υπήρξε ο ιδρυτής της ελληνικής ψυχοφαρμακολογίας. Δημοσίευσε περισσότερες από 200 ερευνητικές εργασίες σε διεθνή περιοδικά και συνέγραψε ένα εγχειρίδιο Ιατρικής Φαρμακολογίας που διανεμήθηκε για 35 χρόνια. Η ενασχόλησή του με την καταπολέμηση του ντόπινγκ ξεκίνησε με την πρώτη επιτροπή που συγκροτήθηκε για τους Ευρωπαϊκούς Αγώνες του 1969, μετά την οποία έγινε κορυφαίος εκπαιδευτής και διοργανωτής στην αθλητιατρική, κερδίζοντας το βραβείο του Ολυμπιονίκη το 1996. Ο Βαρώνος κατείχε πολυάριθμες εθνικές και διεθνείς θέσεις: μέλος και Γενικός Γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Υγείας (1968-82), συνεργάτης της Ελληνικής Φαρμακοποιίας, πρόεδρος ή μέλος πολλών επιτροπών φαρμακευτικής και δημόσιας υγείας και εκπρόσωπος της Ελλάδας στον ΠΟΥ, την ΕΟΚ και άλλους διεθνείς επιστημονικούς φορείς. Διετέλεσε επίσης πρώτος αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών, κοσμήτορας της Ιατρικής Σχολής και είχε διάφορες διοικητικές θέσεις σε σημαντικούς δημόσιους φορείς. Μέσω της διδασκαλίας, της έρευνας και της δημόσιας υπηρεσίας του, ο Διονύσιος Βαρώνος διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση της φαρμακολογίας, της πολιτικής υγείας και της ιατρικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα.

Στη μνήμη της Χριστίνας Σπυράκη (1947-2006)

Η Χριστίνα Σπυράκη ήταν ιατρός και καθηγήτρια Φαρμακολογίας, αρχικά στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης και από το 2000 στο Τμήμα Ιατρικής της Σχολής Επιστημών Υγείας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Διετέλεσε πρύτανης του Πανεπιστημίου Κρήτης (1996-1999), όντας η πρώτη γυναίκα που κατείχε αυτή τη θέση σε ελληνικό πανεπιστήμιο. Υπήρξε επίσης μέλος της Εθνικής Επιτροπής Συνταγολογίου Φαρμάκων και του Διοικητικού Συμβουλίου του Ελληνικού Ινστιτούτου Παστέρ. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Φαρμακολογίας και μέλος πολλών άλλων διεθνών και ελληνικών επιστημονικών εταιρειών. Εκλέχθηκε βουλευτής στις εκλογές του 2000 και διετέλεσε υφυπουργός Υγείας και Πρόνοιας.

Στη μνήμη της Ζέτας Παπαδοπούλου-Δαϊφώτη (1945-2016)

Η Ζέτα Παπαδοπούλου-Δαϊφώτη, ομότιμη καθηγήτρια Φαρμακολογίας στην Ιατρική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Φαρμακολογίας, της Εταιρείας Νευροεπιστημών, του Κολλεγίου Έρευνας, Εκπαίδευσης, Πρόβλεψης και Θεραπείας Ψυχιατρικών Διαταραχών και του Διοικητικού Συμβουλίου της Ελληνικής Ένωσης Πανεπιστημιακών Γυναικών. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στην Ευρωπαϊκή Ιατρική Ένωση και στον Ελληνικό Εθνικό Οργανισμό Ρύθμισης Φαρμάκων, διατελώντας Πρόεδρος της Επιτροπής Αποζημίωσης Φαρμάκων μεταξύ 1998 και 2004. Διηύθυνε το Τμήμα Φαρμακολογίας από το 2006 μέχρι τη συνταξιοδότησή της το 2012 και υπήρξε παθιασμένη καθηγήτρια και ερευνήτρια. Γενιές φοιτητών ιατρικής, φαρμακευτικής, φαρμακολογίας, οδοντιατρικής και νοσηλευτικής παρακολούθησαν τις διαλέξεις της στη φαρμακολογία και εκπαίδευσε πάνω από 50 διδακτορικούς και διδακτορικούς φοιτητές, πολλοί από τους οποίους σήμερα κατέχουν θέσεις ευθύνης σε πανεπιστήμια και εταιρείες, καθώς και σε κλινικές, στην Ελλάδα, σε άλλα μέρη της Ευρώπης και στις ΗΠΑ. Η συμβολή της Ζέτα στην ψυχοφαρμακολογία - που μαρτυρείται από πάνω από 100 δημοσιεύσεις στα αγγλικά, ελληνικά, γαλλικά και ισπανικά - αφορούσε τον τομέα των διαταραχών της διάθεσης και του άγχους, με ιδιαίτερη έμφαση στις διαφορές μεταξύ των δύο φύλων. Από πολλές απόψεις, οι εργασίες του εργαστηρίου της σχετικά με τις διαφορές φύλου στις αντικαταθλιπτικές αντιδράσεις ήταν πρωτοποριακές και ευαισθητοποίησαν για την ανάγκη αντιμετώπισης της υγείας των γυναικών, ιδίως στο πλαίσιο των ψυχιατρικών παθήσεων.

Στη μνήμη του Νίκου Σιταρά (1953-2016)

Τον Οκτώβριο του 2016 έφυγε από τη ζωή ο καθηγητής Νίκος Σιταράς, διακεκριμένος φαρμακολόγος της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο Νίκος αποφοίτησε από την Ιατρική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών το 1977 και απέκτησε το διδακτορικό του από το Εργαστήριο Πειραματικής Φαρμακολογίας το 1980. Μεταξύ 1985 και 1989, υπηρέτησε ως ερευνητής στο Τμήμα Διατροφής της Σχολής Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, Βοστώνη, ΜΑ, ΗΠΑ. Αργότερα επέστρεψε στο Εργαστήριο Πειραματικής Φαρμακολογίας της Ιατρικής Σχολής της Αθήνας, όπου εξελίχθηκε στη θέση του Καθηγητή και Διευθυντή. Καθ' όλη τη διάρκεια της καριέρας του, ήταν βαθιά αφοσιωμένος στη διδασκαλία της φαρμακολογίας σε όλα τα τμήματα της Σχολής Επιστημών Υγείας του Πανεπιστημίου και συγγραφέας πολλών εγχειριδίων φαρμακολογίας. Συνέβαλε επίσης στα προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών στη Φαρμακολογία και την Κλινική Φαρμακολογία και επέβλεψε πάνω από 50 διδακτορικές διατριβές στη φαρμακολογία και την ιατρική. Πέρα από την τυπική εκπαίδευση, διαδραμάτισε ενεργό ρόλο σε προγράμματα συνεχιζόμενης εκπαίδευσης για επαγγελματίες και ερευνητές των επιστημών υγείας. Η έρευνα του Νίκου κάλυψε τη συμπεριφορική φαρμακολογία, τον αντίκτυπο του αυξητικού παράγοντα που εκκρίθηκε από τα καρκινικά κύτταρα στην αγγειογένεση, τον ρόλο των γλυκοζαμινογλυκανών ως βιοδεικτών ασθενειών, τις επιδράσεις των συμπληρωμάτων διατροφής και των αντιοξειδωτικών στην οξειδωτική κατάσταση του ανθρώπου και τη διεξαγωγή μετα-αναλύσεων κλινικών μελετών.

Στη μνήμη της Ιωάννας Ανδρεάδου (1965-2025)

Η Ιωάννα Ανδρεάδου, καθηγήτρια Φαρμακολογίας στη Φαρμακευτική Σχολή της Σχολής Επιστημών Υγείας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ήταν μια εξαιρετική επιστήμονας και πολύτιμη συνάδελφος που αφιέρωσε τη ζωή της στην έρευνα και την εκπαίδευση. Το έργο της συνέβαλε σημαντικά στην πρόοδο της Φαρμακολογίας παγκοσμίως. Η Ιωάννα ολοκλήρωσε τη διδακτορική της διατριβή στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και πραγματοποίησε μεταδιδακτορικές σπουδές στο Vrije Universiteit του Άμστερνταμ. Το 2007 διορίστηκε λέκτορας στο Τμήμα Φαρμακευτικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου εξελίχθηκε στη βαθμίδα της καθηγήτριας. Δίδαξε σε προπτυχιακά και μεταπτυχιακά προγράμματα στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και σε άλλα πανεπιστήμια, ενώ διετέλεσε Διευθύντρια του Μεταπτυχιακού Προγράμματος “Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Ενώσεων”. Η διδακτική και ερευνητική της δραστηριότητα συνέβαλε στην ανάπτυξη του κλάδου της Φαρμακολογίας διεθνώς και στην ίδρυση και προώθηση του Εργαστηρίου Φαρμακολογίας του Τμήματος Φαρμακευτικής. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα επικεντρώθηκαν στην καρδιαγγειακή φαρμακολογία, την καρδιο-ογκολογία, τις στρατηγικές προστασίας του μυοκαρδίου και τη μοριακή τοξικολογία, με διεθνώς αναγνωρισμένο έργο. Η Ιωάννα είχε ενεργό ρόλο σε κορυφαίες επιστημονικές και κρατικές επιτροπές, μεταξύ των οποίων: Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Βασικής και Κλινικής Φαρμακολογίας Μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου Εγκρίσεων Φαρμάκων του Ελληνικού Οργανισμού Φαρμάκων Μέλος της Επιτροπής Φαρμάκων του Υπουργείου Υγείας Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, υπήρξε κριτής των προγραμμάτων Horizon 2020 και Horizon Europe, ενώ διετέλεσε επικεφαλής της ομάδας εργασίας για τη βιολογία των μυοκαρδιακών κυττάρων στην Ευρωπαϊκή Καρδιολογική Εταιρεία.

Στη μνήμη της Χριστίνας Τεσσερομμάτη (1948-2025)

“Η Χριστίνα αποφοίτησε από την Οδοντιατρική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και απέκτησε το διδακτορικό της δίπλωμα στο Εργαστήριο Φαρμακολογίας της Ιατρικής Σχολής του. Στη συνέχεια πραγματοποίησε μεταδιδακτορική έρευνα στο Mainz της Γερμανίας, πριν επιστρέψει στην Ελλάδα, όπου έφτασε στη βαθμίδα της καθηγήτριας Φαρμακολογίας στην Ιατρική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, θέση την οποία κατείχε μέχρι τη συνταξιοδότησή της το 2016. Η συμβολή της Χριστίνας στην έρευνα, την εκπαίδευση και την επιστημονική συγγραφή ήταν εκτεταμένη, με περίπου εκατό δημοσιεύσεις σε διεθνή περιοδικά. Ήταν ενεργό μέλος της Deutsche Gesellschaft für Pharmakologie und Toxikologie και της Ελληνικής Εταιρείας Βασικής και Κλινικής Φαρμακολογίας. Παρουσίασε το έργο της σε πολυάριθμα συνέδρια και συνέβαλε με κεφάλαια σε πέντε διεθνή, πολυγραφημένα βιβλία στον τομέα της φαρμακολογίας. Η έρευνά της επικεντρώθηκε κυρίως στη φαρμακοκινητική σε ένα ευρύ φάσμα θεμάτων και στη φαρμακολογία των φυτικών φαρμάκων, θέμα για το οποίο έχει συγγράψει δύο βιβλία. Διερεύνησε επίσης την ιστορία της ιατρικής στην αρχαία ελληνική γραμματεία, σε άλλους αρχαίους πολιτισμούς, στο Βυζάντιο και στον Μεσαίωνα. Προσηλωμένη στη συμμετοχή του κοινού, η Χριστίνα έγραφε άρθρα για τον ημερήσιο τύπο και διοργάνωνε εκδηλώσεις με στόχο την εκπαίδευση του ευρύτερου κοινού. Η διδασκαλία της στη Σχολή Επιστημών Υγείας (Ιατρική, Οδοντιατρική, Φαρμακευτική) καθοδήγησε πολλούς διδακτορικούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές - γιατρούς, οδοντιάτρους και φαρμακοποιούς - πολλοί από τους οποίους προχώρησαν σε ακαδημαϊκές θέσεις με την υποστήριξή της και συνέχισαν να διατηρούν ισχυρούς επιστημονικούς και προσωπικούς δεσμούς μαζί της καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής της.

Στη μνήμη του Βαγγέλη Καφετζόπουλου (1951-2025)

Ο Βαγγέλης Καφετζόπουλος, διακεκριμένο μέλος της HSBCP, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1951, σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου και ολοκλήρωσε τη διδακτορική του διατριβή στο Εργαστήριο Φαρμακολογίας. Ειδικεύτηκε στη Νευρολογία και την Ψυχιατρική, αλλά τον τράβηξε η έρευνα στις Νευροεπιστήμες και την Ψυχοφαρμακολογία. Υπήρξε ακούραστος ερευνητής, στοχαστής, οραματιστής και δάσκαλος, εμπνέοντας πολλά από τα μέλη της κοινωνίας μας. Δίδαξε για πολλά χρόνια ως άριστος πανεπιστημιακός καθηγητής στη Φαρμακολογία, τη Νευροψυχολογία και τις Νευροεπιστήμες στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Με βαθύ αίσθημα κοινωνικής δικαιοσύνης, αποτελεσματικότητας και προβληματισμού, ο Βαγγέλης άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του στον ΟΚΑΝΑ, όπου εργάστηκε ως Διευθυντής και Πρόεδρος του Οργανισμού.